ανειλικρινής

[аниликринис] επ. неискренний,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανειλικρινής" в других словарях:

  • ανειλικρινής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, ο μη ειλικρινής, ο δόλιος: Υπήρξε ανειλικρινής όχι μονάχα σε μένα, αλλά και σ άλλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανειλικρινής — ές μη ειλικρινής, ψεύτης, υποκριτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + ειλικρινής. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στο Φυλλάδιον φοιτητών περί του Πανεπιστημίου] …   Dictionary of Greek

  • άκαρδος — η, ο 1. δειλός, άτολμος 2. άσπλαχνος, σκληρός 3. απρόθυμος, ανειλικρινής, επίπλαστος «γέλιο ψυχρό και άκαρδο». [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + ουσ. καρδία. ΠΑΡ. ακαρδοσύνη] …   Dictionary of Greek

  • δίμουρος — η, ο αυτός που έχει δύο μούρες, διπρόσωπος, ανειλικρινής …   Dictionary of Greek

  • διπλοπρόσωπος — η, ο 1. αυτός που έχει δύο πρόσωπα, όψεις 2. διπρόσωπος, ανειλικρινής, άστατος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1809 στο Λεξικό Γαλλικής Γλώσσης του Γρηγορ. Γ. Ζαλίκογλου] …   Dictionary of Greek

  • διπλωμάτης — ο (θηλ. διπλωμάτις και διπλωμάτισσα, η) 1. επίσημος αντιπρόσωπος μιας κυβέρνησης σε ξένη χώρα 2. ανώτερος υπάλληλος που ασχολείται με εξωτερικές υποθέσεις τού κράτους 3. ο επιδέξιος σε συζητήσεις, συνεννοήσεις, συναλλαγές 4. ανειλικρινής,… …   Dictionary of Greek

  • διπλωματικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διπλωματία ή στους διπλωμάτες («διπλωματικές σχέσεις», «διπλωματική ασυλία», «διπλωματικό σώμα») 2. αυτός που ενεργεί με πονηριά ή επιδεξιότητα, πανούργος, ανειλικρινής 3. φρ. «διπλωματική έκδοση (παπύρων …   Dictionary of Greek

  • διπρόσωπος — η, ο (AM διπρόσωπος, ον) 1. αυτός που έχει δύο πρόσωπα, δύο όψεις 2. ανειλικρινής, δόλιος, πανούργος αρχ. 1. αμφίβολος, διφορούμενος 2. γραμμ. αυτός που δηλώνει δύο πρόσωπα (για περιπτώσεις τύπων αντωνυμιών που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν… …   Dictionary of Greek

  • δοκόφρων — και δοκίφρων, ο (Μ) 1. δοκησίσοφος 2. δόλιος, ανειλικρινής. [ΕΤΥΜΟΛ. < δοκώ + φρων < φρην] …   Dictionary of Greek

  • δολερός — ή, ό (AM δολερός, ά, όν) αυτός που ενεργεί με δόλο, πανούργος, ανειλικρινής …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.